Περιγραφή
«Όταν ακούστηκε η πρώτη μπαλωθιά, σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα τον ουρανό. Κι εκεί μέσα στα αστέρια… γεννήθηκε ο Δίας.
Τα σκοτάδια έλαμψαν και φώτισαν την Κρήτη, να βρει η Ρέα τον δρόμο να έρθει στη μάνα της τη Γη και να τον κρύψει.
Δεύτερη μπαλωθιά και ακούσανε οι Κρητικοί το κάλεσμα της Γαίας και σήκωσαν τα δόρατα και φώναξαν: «Εμείς θα τον φυλάξουμε».
Τρίτη μπαλωθιά κι έτρεξε η Αμάλθεια και είπε: «Έχω αυτό που θέλουν όλοι και οι θεοί και οι θνητοί, γάλα πολύ και κρέας και δύναμη ψυχής και θυσιάζομαι. Εγώ θα τον θρέψω, στα όρη τα ψηλά».
Και άρχισε ο χορός, πήραν θέση οι λύρες στα χέρια τα γδαρμένα απ’ τις χορδές, πήρε θέση το πνεύμα πάνω από τα δέντρα και μπήκε ο Δίας μέσα μας. Έσπειρε έρωτα στα μάτια των Κουρητών τα τεράστια, και άρχισε το γλέντι. Και ποιος ξένος θεός δεν είδε την ψυχή τους και δε ζήλεψε! Και είπε ο Δίας: «Ξένιος γίνομαι και όλοι οι άνθρωποι της Γης μέσα στο σπίτι μου μπείτε και φάτε και χορέψτε, σώθηκα, Θεός σας είμαι και θα σας προστατεύω».
Και άρχισαν να κατεβαίνουν άνθρωποι τράγοι από τις κορφές και να κερνούν κρασί των ορέων, να πίνουν οι άνθρωποι, να είναι πάντα λεύτεροι και να γλεντούν. Και κατέβηκαν οι Μαινάδες και οι Σάτυροι και ο Διόνυσος, με τον πατέρα τους και αδελφό τους Δία, να γιορτάσουν. Και ήρθε η Δήμητρα και η Κόρη, τη γη με σπόρους να γεμίσουν και τα τραπέζια των ανθρώπων με όλα τα αγαθά της Γης να ευλογήσουν. Και ήρθαν όλοι οι θεοί και οι θεές, να ζήσουν μες στα μάτια μας και τις καρδιές μας».









Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.